παρέχω


παρέχω
доставляю
- παρέχομαι

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "παρέχω" в других словарях:

  • παρέχω — παρέχω, (παρείχα) βλ. πίν. 190 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παρέχω — ΝΜΑ 1. δίνω κάτι σε κάποιον, εγχειρίζω («δῶρα μέν, αἰ κ ἐθέλησθα, παρασχέμεν», Ομ. Ιλ.) 2. προμηθεύω, χορηγώ 3. προξενώ, προκαλώ (α. «η παρουσία σου μάς παρέχει ευχαρίστηση» β. «ἀλλήλησι γέλω τε καὶ εύφροσύνην παρέχουσι», Ομ. Οδ.) 4. προσφέρω (α …   Dictionary of Greek

  • παρέχω — παραχώννυμι throw up beside imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) παρέχω hand over pres subj act 1st sg παρέχω hand over pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρέχω — [парэхо] р. давать, доставлять, снабжать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παρέχω — δίνω, χορηγώ, παράγω, γεννώ, προξενώ, προμηθεύω: Το κράτος πρέπει να παρέχει τις ίδιες ευκαιρίες ανάπτυξης σ όλους. – Τούτο το κτήμα σου παρέχει όλα τ αγαθά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρέχεσθον — παρέχω hand over pres imperat mp 2nd dual παρέχω hand over pres ind mp 3rd dual παρέχω hand over pres ind mp 2nd dual παρέχω hand over imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρέχεσθε — παρέχω hand over pres imperat mp 2nd pl παρέχω hand over pres ind mp 2nd pl παρέχω hand over imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρέχετε — παρέχω hand over pres imperat act 2nd pl παρέχω hand over pres ind act 2nd pl παρέχω hand over imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρέχῃ — παρέχω hand over pres subj mp 2nd sg παρέχω hand over pres ind mp 2nd sg παρέχω hand over pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασχομένων — παρέχω hand over aor part mid fem gen pl παρέχω hand over aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασχήσει — παρέχω hand over fut ind mid 2nd sg παρέχω hand over fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)